Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Μάχη της Αλαμάνας Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ 23/04/1821 ΜΕΡΟΣ 1ο

Μάχη της Αλαμάνας Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ 23/04/1821 ΜΕΡΟΣ 1ο
Η μάχη της Αλαμάνας ήταν μια από τις πολεμικές εμπλοκές της Eπανάστασης του 1821 με νικηφόρα έκβαση για τους Τούρκους και ήττα των Ελλήνων. Στην μάχη(23/04/1821(κατά κάποιους ίσως και 1822) πληγώθηκε ο Αθανάσιος Διάκος και τελικά βρήκε ηρωικό θάνατο, αφού εκτελέστηκε βάναυσα από τον Ομέρ Βρυώνη. ΜΑΧΗ Μετά την εξέγερση των Ελλήνων, ο Ομέρ Βρυώνης, διοικητής του τουρκικού στρατού, κατέβηκε με 8.000 άνδρες από την Θεσσαλία για να καταπνίξει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Οι Αθανάσιος Διάκος, Πανουργιάς και Γιάννης Δυοβουνιώτης με περίπου 1.500 αρματολούς πήραν θέση στον ποταμό Αλαμάνα(Σπερχειός), κοντά στις Θερμοπύλες. Η υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων ανάγκασαν τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη να εγκαταλείψουν τον αγώνα αφήνοντας πίσω τους τον Αθανάσιο Διάκο με τους άντρες του, οι οποίοι και μετά από πολύωρη μάχη νικήθηκαν από τους Τούρκους. Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ Ο Αθανάσιος Διάκος είχε πληγωθεί στο πόδι και το σπαθί του είχε σπάσει στην μάχη. Μετά την μάχη οι Τούρκοι έπιασαν τον Διάκο και τον έφεραν στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος του έταξε να τον κάνει αξιωματικό στον στρατό του. Ο Διάκος αρνήθηκε λέγοντας «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω!»(σχόλιο: δεν διαπραγματεύθηκε, ούτε προσκύνησε). Τότε ο Βρυώνης διέταξε να τον σουβλίσουν. Η απάντηση του Διάκου ήταν: «Για δες μωρέ καιρό που διάλεξε, ο Χάρος να με πάρει, τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι». ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΜΑΧΗΣ Αν και οι Έλληνες ηττήθηκαν και ο Αθανάσιος Διάκος πέθανε ηρωικά, θυσιάστηκε για την Επανάσταση και το Έθνος, δεν λύγισαν. Αντίθετα πείσμωσαν και συνέχισαν τον Αγώνα. ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΒΟΙΩΤΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΙ (27/03/1821) Όλες οι ενδείξεις(γ’ δεκαήμερο Μαρτίου 1821) και διάσπαρτες φήμες έλεγαν ότι οι Έλληνες θα επαναστατούσαν με κύρια εστία την Πελοπόννησο. Στην Α. Στερεά Ελλάδα, στην Λιβαδειά καπετάνιος στο αρματολίκι της περιοχής ήταν ο Αθανάσιος Διάκος, μυημένος στην Φιλική Εταιρεία από το 1818, όταν ήταν πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Όταν μέσω του αγγελιοφόρου και υπαρχηγού στο αρματολίκι Βασίλη Μπούσγου μαθεύτηκε η γενική εξέγερση στην Πελοπόννησο, ο Διάκος αποφάσισε να υψώσει την σημαία της Επανάστασης κάμπτοντας τους όποιους δισταγμούς και των προκρίτων της περιοχής(Λογοθέτης, Λάμπρος Νάκος, Φίλων). Σύντομα έφτασαν στην περιοχή και τα νέα για την εξέγερση των Ελλήνων και την πολιορκία των Τούρκων στα Σάλωνα εκφοβίζοντας τους ντόπιους Τούρκους ότι κάτι τέτοιο έμελλε να συμβεί και στην επαρχία τους. Με ένα τέχνασμα ο Διάκος έπεισε τον Τούρκο βοεβόδα δήθεν ότι θα πολεμούσε τους εξεγερμένους και έτσι κατάφερε με τουρκική επίσημη γραπτή έγκριση να στρατολογήσει και να εξοπλίσει 5.000 χωρικούς. Ξεκίνησαν(27/03) οι σποραδικές εχθροπραξίες και οι μεμονωμένες δολοφονίες Τούρκων, ενώ οι περισσότεροι κατέφυγαν στο κάστρο της Λιβαδειάς. ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΛΕΙΒΑΔΙΑΣ(01/04/1821) Οι επαναστάτες υπό τον Διάκο, κατέλαβαν(28 προς 29/03) τον λόφο του Προφήτη Ηλία έναντι της πόλης της Λιβαδειάς. Από εκεί έστειλε ομάδες οπλοφόρων και απέκλεισε τους δρόμους που οδηγούσαν στην πόλη. Οι επαναστάτες(30 και 31/03) υπό την σημαία του Διάκου(ο Άγιος Γεώργιος με την επιγραφή «Ελευθερία η Θάνατος») προήλασαν με τόλμη και κατέλαβαν την κυρίως πόλη συντρίβοντας την μικρή τουρκική αντίσταση που συνάντησαν. Οι κάτοικοι της πόλης ήταν περίπου 10.000 και με ξεχωριστή σημαία από κάθε συνοικία(Παναγιά, Άγιος Νικόλαος, Άγιος Δημήτριος) της πόλης, ενώθηκαν με τους επαναστάτες.  Οι Τούρκοι περιορίστηκαν στο κάστρο της πόλης που λεγόταν «Ώρα» η «ρολόι». Μετά από συνεννοήσεις με τον Διάκο οι Αρβανίτες παρέδωσαν την εξωτερική πύλη του κάστρου που υπερασπίζονταν και αποχώρησαν αβλαβείς διατηρώντας τα όπλα τους. Μετά από αυτή την εξέλιξη οι Τούρκοι περιήλθαν σε δεινή θέση και παραδόθηκαν(01/04).  Οι Έλληνες τους φέρθηκαν με μεγαλοψυχία. Τους αφόπλισαν απλώς και τους επέτρεψαν να κυκλοφορούν ελεύθεροι στην πόλη. Ο χρυσός και τα πολύτιμα αντικείμενα τους έμειναν στην κατοχή τους. Οι επισημότεροι των Τούρκων για την ασφάλεια τους, φιλοξενήθηκαν σε σπίτια Ελλήνων. Εκείνη την Ιστορική ημέρα σε πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής Λιβαδειάς, οι επίσκοποι Σαλώνων, Ταλαντίου και Αθηνών ευλόγησαν την επαναστατική σημαία του Διάκου. Ο Διάκος εκείνη την κρίσιμη στιγμή για την Επανάσταση έδειξε πατριωτισμό παραμερίζοντας κάθε υλικό προσωπικό συμφέρον. Μάζεψε όλα τα όπλα που παραδόθηκαν από τους Τούρκους και όλα τα λάφυρα και τα παρέδωσε στους προεστούς ώστε να χρησιμοποιηθούν για αγορά τροφών και εφοδίων για τον νεοσύστατο επαναστατικό στρατό. Στην συνέχεια, συνεργαζόμενος με τον Δυοβουνιώτη απελευθέρωσαν εύκολα το Ταλάντι και την Θήβα ενώ είχαν πρόθεση να καταλάβουν την Λαμία(Ζητούνι), διοικητικό κέντρο της περιοχής, και την Υπάτη. Όλοι οι επαναστάτες μαζεύτηκαν στους Κομποτάδες ζητώντας την σύμπραξη του ισχυρού αρματολού Μήτσου Κοντογιάννη της περιοχής Πατρατσικίου για να επιτεθούν στο Ζητούνι(Λαμία). Αυτός όμως δίσταζε να αποστατήσει και δεν απαντούσε στις δραματικές εκκλήσεις για βοήθεια. Μετά από 8 κρίσιμες μέρες παρασυρόμενος από τους συγγενείς του, ενώθηκε με τους επαναστάτες και όλοι μαζί επιτέθηκαν στην επαρχία Πατρατσικίου. Οι Έλληνες όμως δεν πρόλαβαν να καταλάβουν την πόλη καθώς την νύχτα είδαν να έρχονται από το Λιανοκλάδι χιλιάδες Τούρκοι κρατώντας αναμμένες δάδες και έτσι υποχώρησαν για να μην παγιδευτούν μέσα στην πόλη. ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΛΑΜΑΝΑΣ(Ή ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ)(23/04/1821) Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε στα Ιωάννινα τον Αλή πασά, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς  να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο, για να ματαιώσουν τα σχέδια του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά. Ο κίνδυνος για την Επανάσταση ήταν μεγάλος. Ο Διάκος και το απόσπασμά του-ενισχύθηκαν από τους μαχητές οπλαρχηγούς Πανουργιά και Δυοβουνιώτη-, αποφάσισαν ν’ αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στα στενά των Θερμοπυλών όπου οι Τούρκοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν το ιππικό τους και την αριθμητική τους υπεροχή. Μετά από σύσκεψη στο χωριό Κομποτάδες(20/04/1821), η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε 3 τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν την γέφυρα του Γοργοποτάμου με 600 άνδρες, ο Πανουργιάς το Μουσταφάμπεη με 500 άνδρες και ο Διάκος την γέφυρα της Αλαμάνας με 500 άνδρες. Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους, επιτιθέμενοι αιφνιδιαστικά (πρωί 23ης Απριλίου), χωρίς να επιτρέψουν στους Έλληνες να οργανωθούν. Η κύρια τούρκικη δύναμη υπό τον ικανότατο στρατηγό Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκε στον Διάκο. Ένα άλλο τμήμα Τούρκων υπό τον Χασάν Τομαρίτσα  επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση λόγω της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, ενώ έτερη δύναμη επιτέθηκε με σφοδρότητα στις θέσεις του Πανουργιά, οι άντρες του οποίου έδωσαν σκληρή μάχη αλλά υποχώρησαν όταν τραυματίστηκε σοβαρά ο αρχηγός τους που πολεμούσε στην 1η γραμμή. Στην μάχη αυτή βρήκε ηρωικό θάνατο ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαίας και ο αδερφός του. Μετά τις 2 αυτές πολύ σημαντικές νίκες που απογύμνωσαν τα άκρα της Ελληνικής αμυντικής διάταξης, ο Ομέρ Βρυώνης συγκέντρωσε όλη την επιθετική του ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Ο Διάκος είχε τάξει 200 άνδρες υπό τους οπλαρχηγούς Μπακογιάννη και Καλύβα πάνω στη γέφυρα της Αλαμάνας, ενώ ο ίδιος με 300 άνδρες κατείχε την θέση Ποριά από όπου με αντεπιθέσεις ανακούφιζε τους συμπολεμιστές του στη γέφυρα. Όταν όμως οι δυνάμεις του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη κατέρρευσαν οι Τούρκοι ξεκίνησαν να σφίγγουν τον κλοιό γύρω από τους αμυνόμενους. Ενώ η κατάσταση γινόταν κρισιμότερη σύμφωνα με τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, πρότειναν στον Διάκο να διαφύγει, ενώ ο ψυχογιός του, του έφερε το άλογο του προτρέποντας τον να σωθεί όσο ήταν καιρός. Αυτός όμως απάντησε «ο Διάκος δεν φεύγει» και δεν εγκατέλειψε την θέση του. Η άνιση μάχη συνεχίζεται κι απ’ τους πρώτους νεκρούς που πέφτουν μπροστά του, είναι ο αδερφός του Κωνσταντίνος Μασαβέτας, τον οποίο ο Διάκος χρησιμοποιεί πλέον σαν ασπίδα στις επιθέσεις. Με μόνο 10 αγωνιστές που του έχουν απομείνει, μεταβαίνει στην εκ φύσεως οχυρή θέση Μανδροστάματα της μονής Δαμάστας, όπου οχυρώνεται και πολεμά εκεί  μια ώρα περίπου. Τα πυρομαχικά όμως είναι περιορισμένα, οι περισσότεροι σύντροφοί του σκοτώνονται και ο ίδιος συλλαμβάνεται ζωντανός και οδηγείται ενώπιον του Ομέρ Βρυώνη. Ο τελικός απολογισμός της μάχης της ημέρας εκείνης, ήταν περίπου 300 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι νεκροί και αρκετοί τραυματίες. Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ(24/04/1821) Ο Ομέρ Βρυώνης σεβάσθηκε αρχικά τον ήρωα και δεν άφησε να τον σκοτώσουν επί τόπου. Αφού έφτασαν στη Λαμία, τον ανέκριναν, παρόντος και του Χαλήλ Μπέη, σημαίνοντα Τούρκου της Λαμίας και του πρότειναν(νύχτα 23ης Απριλίου 1821) να ασπαστεί τον Μωαμεθανισμό(προσκυνοχάρτι) με την υπόσχεση ότι θα τον έχρηζαν αξιωματικό του οθωμανικού στρατούΟ Διάκος όμως αρνήθηκε επίμονα όλες τις δελεαστικές προτάσεις για να γλυτώσει την ζωή του, αρνούμενος κατηγορηματικά να απαρνηθεί τον χριστιανισμό και απαντώντας με περιφρόνηση στις απειλές των Τούρκων. Κατόπιν επίμονης απαιτήσεως του Χαλήλ μπέη, εκδόθηκε απόφαση(Κυριακή 24/04) για θανατική ποινή με ανασκολοπισμό(σούβλισμα), καθώς όπως υποστήριζε, ο Διάκος είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους και θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Ο Διάκος εξαναγκάστηκε να κουβαλήσει με τα ίδια του τα χέρια το σύνεργο της φρικτής τιμωρίας του και μαρτύρησε με καρτερία για αρκετές ώρες πριν εκπνεύσει. Μετά τον μαρτυρικό του θάνατο(για την περιγραφή του οποίου υπάρχει μια ποικιλία ανατριχιαστικές εκδοχές), οι Τούρκοι έρριψαν το λείψανο του νεκρού σε ένα χαντάκι της περιοχής. Οι χριστιανοί της περιοχής κρυφά την νύχτα βρήκαν το νεκρό σώμα του Διάκου και το έθαψαν σε μυστικό σημείο στην πόλη. Τον τάφο του Διάκου βρήκε τυχαία ο αντισυνταγματάρχης Ρούβαλης(1881). Έγινε(1886) το 1ο μνημόσυνο για τον Αθανάσιο Διάκο και τοποθετήθηκε η προτομή του που σώζεται ως σήμερα. Στην οδό Καλύβα Μπακογιάννη(πλησίον της πλατείας Λαού) στην πόλη της Λαμίας, υπάρχει σήμερα ένα κενοτάφιο για να μας θυμίζει αυτόν τον μεγάλο και πραγματικό ήρωα. Ένα εκ των χωριών που τον διεκδικεί ως τόπος γεννήσεώς του, το χωριό Άνω Μουσουνίτσα, μετονομάστηκε Αθανάσιος Διάκος προς τιμήν του, ενώ υπάρχει άγαλμα του Αθανασίου Διάκου στην Εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας κοντά στο ύψος των Θερμοπυλών δίπλα στο άγαλμα του βασιλιά-ήρωα της αρχαίας Σπάρτης Λεωνίδα. Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ Ο Αθανάσιος ή Θανάσης Διάκος, ήταν ένας από τους Έλληνες πρωταγωνιστές ήρωες-οπλαρχηγούς του 1ου έτους της Επανάστασης και έδρασε στη Στερεά Ελλάδα. Γεννήθηκε ή στην Αρτοτίνα Φωκίδας(1788 ή 1782) ή στην Άνω Μουσουνίτσα Φωκίδος. Το βέβαιο είναι ότι ο Διάκος έλκει την καταγωγή του και στα 2 χωριά. Ο πατέρας του ήταν από την Μουσουνίτσα και η μητέρα του από την Αρτοτίνα. Σημείο τριβής, αποτελεί και το πραγματικό επώνυμο του Διάκου. Υπάρχει μια αμφισβήτηση μεταξύ αρκετών ιστορικών, με στοιχεία που συχνά αντικρούονται, για το γενεαλογικό δέντρο του Διάκου, απ’ την πλευρά του πατέρα του, και για τον τόπο γέννησης και διαμονής του. Το πιο πιθανό είναι ότι ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα και το κανονικό όνομα του πατέρα του ήταν Γεώργιος Γραμματικός. Και για το πραγματικό του όνομα υπάρχει αντιγνωμία. Μερικοί αναφέρουν ότι ήταν Αθανάσιος Γραμματικός και άλλοι Αθανάσιος Μασσαβέτας. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία(1818) και έγινε αρματολός(1820) στη Λιβαδειά. Σε συνεργασία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε(Απρίλιος 1821) το φρούριο της Λιβαδειάς και χρησιμοποιώντας το σαν ορμητήριο, έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες. Κατέλαβε την γέφυρα της Αλαμάνας(22/04/1821) έδωσε μάχη με τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη. Στη μάχη αυτή συνελήφθη και αφού μεταφέρθηκε στη Λαμία, «σουβλίστηκε» από τους Τούρκους και κάηκε(24/04/1821). Ο Ελληνικός Στρατός του απένειμε τον βαθμό του Στρατηγού.  ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ Μια 1η ιστορικά και αυθεντική μαρτυρία για την Άνω Μουσουνίτσα ως γενέτειρας του Αθανασίου Διάκου, είναι η μαρτυρία του Ιωάννη Μαμούρη ή Γιάννη του Γκούρα, όπως ο ίδιος συνήθιζε να υπογράφει. Σε πιστοποιητικό με ιδιόγραφη υπογραφή του αναφέρει ως γενέτειρα του Αθανασίου Διάκου- σύγχρονός του και συμπολεμιστής του - την Άνω Μουσουνίτσα. Μια άλλη έγγραφη αναφορά, υπάρχει στο τρίτομο έργο του Ιάκωβου Ραγκαβή που περιλαμβάνει «Περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική της Αρχαίας και Νέας Ελλάδος» με τον 1ο τόμο να περιλαμβάνει την «Στερεάν, Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα». Το βιβλίο εκδόθηκε το 1853, άρα τα στοιχεία που περιλαμβάνει έχουν συλλεχθεί αρκετά νωρίτερα και πολύ κοντά στα γεγονότα του 1821. Ο Ραγκαβής, συλλέγοντας το υλικό για το έργο του ήλθε σε επαφή με πηγές και ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα του 1821. Η θυσία του Διάκου, πολύ πρόσφατη, είχε συνταράξει το Πανελλήνιο, ιδιαίτερα την περιοχή που καλύπτει ο συγκεκριμένος τόμος και ο Ραγκαβής πρέπει να θεώρησε την ακόλουθη υποσημείωση ως απότιση φόρου τιμής προς την γενέτειρα του ήρωα. «Η Αρτοτίνα ην πατρίς του περιφήμου ήρωος Διάκου(Αθανασίου), ος υψώσας πρώτος την σημαίαν της επαναστάσεως την 28ην Μαρτίου 1821 και αριστεύσας κατά την Λεβαδιάν και αλλαχού, εμαρτύρησε, συλληφθείς και ανασκολπισθείς εις Λαμίαν υπό του Ομέρ  Βριόνου». Λίγα χρόνια αργότερα, το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε(1858) προς όλους τους εκπαιδευτικούς του κράτους να συγκεντρώσουν και υποβάλλουν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του τόπου όπου ο καθένας υπηρετούσε. Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Φ. Παπαδόπουλος που υπηρετούσε τότε στην Αρτοτίνα υπέβαλε στο Υπουργείο Παιδείας(18/12/1858) μελέτη-αναφορά με τίτλο «περί καταγωγής και διαλέκτου των κατοίκων της κώμης Αρτοτίνης Δωρίδος»(δημοσιεύθηκε το 1868 στην «Εφημερίδα των Φιλομαθών») όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει «Διο και κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα διέπρεψαν πολλοί εκ των ενταύθα, οίον ο αείμνηστος Διάκος, ο Καλτσάς, ο Σιαφάκας κ.λ.π». Η πληροφορία αυτή, θεωρείται επίσημη και υπεύθυνη αφού παρέχεται από κρατικό λειτουργό, έχει ταυτόχρονα «ανυπολόγιστην ιστορικήν αξίαν διότι είναι γνησία και απηλλαγμένη πάσης πλάνης και τούτο διότι ο περί ου υπηρετών ως δημοδιδάσκαλος εις την Αρτοτίναν μετά 37 έτη από του θανάτου του Διάκου, αντλεί στοιχεία από το οικογενειακόν και συγγενικόν του περιβάλλον ως και τους παιδικούς φίλους του ήρωος»(Ι. Κ. Μασούρα «Ποία η γενέτειρα του Αθανασίου Διάκου», Αθήναι 1975). Η χήρα του Κωνσταντίνου Μασαβέτα(αδερφός του Αθανάσιου Διάκου) σε αναφορά της προς τον Βασιλέα(04/01/1859)(την υπογράφει ο υιός της Δήμος) με την οποία ζητεί την αύξηση της σύνταξης που από το 1837 παίρνει ως χήρα του Κ. Μασσαβέτα ο οποίος «μαχόμενος τότε μετά του αδερφού του έπεσε 1ος και ο αείμνηστος Αθανάσιος Διάκος μετεχειρίσθη το πτώμα του ως προπέτασμα μέχρις ότου συλληφθείς έδωκε τον μαρτυρικόν θάνατον». Αναφέρει «έκτοτε μείνασε χήρα εγκαταλελειμμένη μετά τριών τέκνων εξ ων το ένα θήλυ άτινα δια να διαθρέψω κ.λ.π». Τα 3 τέκνα είναι ο Δήμος, η Θεοδώρα και ο Γούλας που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό του δημάρχου Κροκυλίου που ακολουθεί. Εκδόθηκε(1865) το υπ’ αρ. 687/10-1-1865 Πιστοποιητικό του Δημάρχου Κροκυλίου(Ο Δήμος είχε χειμερινή πρωτεύουσα τους Πενταγυιούς και θερινή την Αρτοτίνα), ύστερα από αίτηση των ανηψιών του Διάκου(παιδιών της αδελφής του Σοφίας) Παπαβασίλη Κούστα και Αποστόλη Κούστα προκειμένου να υποβληθεί στην Εξεταστική Επιτροπή των Αγωνιστών, σύμφωνα με το από 31.12.1864 Β.Δ «περί των κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας αγώνα εκδουλεύσεων και θυσιών». Το Πιστοποιητικό αυτό που 1ος ανακάλυψε ο διακεκριμένος ιστορικός, ερευνητής και συγγραφέας Τάκης Λάππας(1946), βρίσκεται στα Αρχεία Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ακολουθεί αυτούσιο το Πιστοποιητικό. «Βασίλειον της Ελλάδος Αριθ΄ 687 Ο Δήμαρχος Κροκυλείου πιστοποιεί ότι:  Πλησιέστεροι και ζώντες συγγενείς του υπέρ πατρίδος τεθνεώτος και εν τω Ιερώ Αγώνι πεσόντος οπλαρχηγού Διάκου, είναι οι εξής: Παπαβασίλειος Κούστας, κάτοικος Αρτοτίνης, ανεψιός επ’ αδελφή ονόματι Σοφίας, μη επιζώσης Ιωάννης Κούστας, ομοίως. Γκόλφω σύζυγος Δημητρίου Τσόλη, κάτοικος Κωστάρτσας Φέγγω σύζυγος Αθανασίου Ζαρονίκου, κάτοικος Αρτοτίνης Αικατερίνη σύζυγος Δημητρίου Κολοβού, κάτοικος Αρτοτίνης Ζωΐτσα χήρα Δημ. Τζουβελέκου, κάτοικος Κολοκυθιάς Υπάτης, ανεψιά εκ της ιδίας αδελφής Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Νικόλαος, Αντώνιος και Αικατερίνη χήρα Παπαδημητρίου, κάτοικοι Αρτοτίνης, τέκνα του αποβιώσαντος Αποστόλου Κούστα, ανεψιού του ποτέ Διάκου, επ’ αδελφή. Γκόλφω σύζυγος Ιωάννου Ράϊκου, κάτοικος Αρτοτίνης, ανεψιά εξ ανεψιάς αυτού, ήτοι εγγονή της αδελφής του Σοφίας. 1) Δήμος Μασαβέτας, κάτοικος Άνω Μουσουνίτσας της Παρνασίδος, ανεψιός επ’ αδελφώ ονόματι Κώστας Μασσαβέτας, φονευθέντος εις την ιδίαν μάχην. 2) Θεοδώρα χήρα Γεωργίου Κελεστοπούλου, ανεψιά, ήτοι θυγάτηρ του ποτέ Μασαβέτα, κάτοικος Άνω Μουσουνίτσας της Παρνασσίδος. 3) Προσέτι 2 τέκνα του αποθανόντος Γούλα Κωνσταντίνου Μασαβέτα, ήτοι του ρηθέντος αδελφού του, των οποίων τα ονόματα δεν μας είναι ακριβώς γνωστά. 4) Κρουστάλλω χήρα Μάλου, κάτοικος Μαυρολιθαρίου της Παρνασσίδος, Αικατερίνη χήρα Παναγή Βλάχου, κάτοικος Αρτοτίνης του Δήμου μας, Βλάχα χήρα Καραδήμα, κάτοικος Τριβιδίου, τέκνα επ’ αδελφή του Διάκου, ονόματι Καλομοίρας, μη επιζώσης. 5) Αικατερίνη σύζυγος Κ. Ρουφαγάλα, κάτοικος Αρτοτίνης, Κυρούλα χήρα Ιωάννου Ζάβαλη, κάτοικος επίσης, Ευφροσύνη σύζυγος Ιωαν. Δ. Τσιτσή, κάτοικος επίσης, Ιωάννης και Γεώργιος Σταμάτης και Καλομοίρα Γεωργ. Σταμάτη, κάτοικοι επίσης, έγγονοι της ανωτέρω αδελφής του Καλομοίρας. Εν Πενταγιοίς τη 10/01/1865. Ο Δήμαρχος(Τ.Σ.) Γ. Αναγ. Κόταρης» Πρόκειται για πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Αθανάσιου Διάκου που χορηγείται από τον δήμαρχο του τόπου γέννησης του προσώπου στο οποίο αναφέρεται, δηλαδή τον Αθανάσιο Διάκο και περιλαμβάνει όλους τους επιζώντες τότε πλησιέστερους συγγενείς του, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους. Κατά συνέπεια από αυτό και μόνο το επίσημο στοιχείο αποδεικνύεται ότι ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα. Ο Γεώργιος Κρέμος, καθηγητής και Υφηγητής της Ιστορίας από το Στείρι της Λειβαδιάς, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία(ιστορία-γεωγραφία), μετά από επιτόπια έρευνα στην Αρτοτίνα(1876), 1ος κατέγραψε και δημοσίευσε πλήρες γενεαλογικό δένδρο της πατρικής οικογένειας του Διάκου: «Τω 1760 εκ της άνω Μουσουνίτσας κατήλθεν εις Αρτοτίναν Γεώργιος τις νεανίσκος, ορφανός μητρός τε και πατρός και πενέστατος. Τούτον υιοθέτησεν ο θείος αυτού Αθανάσιος Γραμματικός, εξ ου, ως υιοθετηθείς, ωνομάσθη Γεώργιος Ψυχογυιός. Ο Γεώργιος έλαβε σύζυγον την Χρυσούλαν εξ ων εγεννήθησαν 5 τέκνα ήτοι: 1. Σοφία, 2. Καλομοίρα, 3. Απόστολος, 4. Κωνσταντίνος, 5. Αθανάσιος». Και συνεχίζει σε άλλο σημείο: «Ο Αθανάσιος Διάκος εκ πατρός Γεωργίου Ψυχογυιού εκ της Άνω Μουσουνίτσας και μητρός Χρυσούλας εγεννήθη εν Αρτοτίνη τω 1781 ότι τη 26/10/1820 διορισθείς οπλιτάρχης Λεβαδείας διετέλεσε τοιούτος μέχρι της εν Αλαμάνα συλλήψεως, ήτοι μέχρι της 23/04/1821, ότε διεδέξατο αυτόν ο Βασίλειος Μπούσγος και παρά ταύτα ουδέν. Παν δε γεγραμμένον παρά ταύτα είναι απόβλητον και αλλότριον της ιστορικής αληθείας». Ότι η επίσκεψη του Κρέμου στην Αρτοτίνα (και την Άνω Μουσουνίτσα) με τις πρωτόγονες, συνθήκες εκείνης της εποχής είχε ένα σκοπό: την ανεύρεση απογόνων του Διάκου για να τιμηθούν από την Πολιτεία. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης στον ανύποπτο χρόνο της δεκαετίας του 1870; Ας αφήσουμε τον Κρέμο να μας το διηγηθεί: «Ανευρεθείς δε και μετ’ αναντιλέκτους της γνησιότητος αυτού μαρτυρίας προσκληθείς εις Αθήνας και ελθών συν το πατρί ετέθη υπό την προστασίαν ημών ο μικρός ανεψιός του Διάκου Κώστας Κούστας υιός του Ιωάννου Κούστα υιού της αδελφής του ήρωος. Τον νέον Κώστα άγοντα το 14ο έτος μετωνομάσαμεν αθρόοι προς διάσωσιν του ηρωικού ονόματος Κώσταν Διάκον». Περίπου τα ίδια αναφέρουν, ο ιατρός Κωνσταντίνος Διάκος, ο αξιόλογος ιστοριοδίφης και λαογράφος Δ. Λουκόπουλος και ο Ιωάννης Βάρδος. Ο ιατρός Διάκος(1926), λέει, ότι ο επονομασθείς Ψυχογυιός ονομάζονταν Πανουργιάς: «Ο Αθανάσιος Διάκος εγεννήθη εν Αρτοτίνη παρά του Κωνσταντίνου Ψυχογυιού, καταγομένου εξ Άνω Μουσουνίτσης εκ της οικογενείας Πανουργιά όστις είχεν υιοθετηθή παρά του εν Αρτοτίνη εκ μητρός πρώτου θείου του Γραμματικού ονομαζομένου και ως θετός υιός έλαβε το όνομα Ψυχογυιός. Αφού αποκατεστάθη εν Αρτοτίνη ενυμφεύθη και έλαβεν ως σύζυγον θυγατέρα του εξ Αρτοτίνης Μπουκουβάλα, μετά της οποίας εγέννησε 3 υιούς τον Απόστολον Ψυχογυιόν, τον Δημήτριον τον επονομασθέντα Μασαβέταν και τον Αθανάσιον Ψυχογυιόν τον περί ου η έρις ήρωα, θυγατέρας δε 2 την Καλομοίραν και την Σοφίαν. Ο μεν Ψυχογυιός μετά του μεγαλυτέρου υιού του Αποστόλου(αδελφού του ήρωος) απέθανεν εις τας φυλακάς Υπάτης, η δε σύζυγός του Ψυχογίνα(μήτηρ του ήρωος) μετά των θυγατέρων και του Αθανασίου ορφανοί και καταδιωκόμενοι παρά των Τούρκων, αποξενωθέντες δε και της οικίας των διέμενον εν τινι καλύβη όοπυ υπάρχει και μηλέα ήδη φέρουσα την τοπωνυμίαν «ψυχογίνα τη μηλιά», έτι και νυν, και ο Δημήτριος ο επικληθείς Μασαβέτας κατέφυγεν εις Μουσουνίτσαν πατρίδα του πατρός του Πανουργιά. Αι αδελφαί του ήρωος αποκατεστάθησαν εν Αρτοτίνη, η μεν Καλομοίρα υπανδρευθείσα τον Γεώργιον Σταμάτην, η δε Σοφία τον εκ Παλουκόβης την καταγωγήν Κωνσταντίνον Κούσταν, όστις τυγχάνει και ο πάππος του υποφαινομένου». Μια άλλη εκδοχή σε σχέση με την καταγωγή του Διάκου, αποτελεί μια νεότερη μελέτη του Κων. Παπαχρήστου με τίτλο «Πού εγεννήθη ο Αθανάσιος Διάκος»( Ακαδημία Αθηνών, Πρακτικά 1939, Τόμος ΙΔ!), σύμφωνα με την οποία, ο πατέρας του Διάκου δεν ονομάζονταν Γεώργιος, αλλά Νικόλαος και το επώνυμό του δεν ήταν Πανουργιάς ή Ψυχογυιός, αλλά Μασαβέτας. Αιτιολογεί, την αναφορά στην Αρτοτίνα λόγω της καταγωγής της μητέρας του Διάκου και του μοναστηριού που βρίσκονταν εκεί, όπου είχε καταφύγει ο Αθανάσιος Διάκος: «Ο πατήρ του Διάκου ουδέποτε ωνομάσθη Ψυχογυιός και ουδέποτε κατώκησεν εις την Αρτοτίναν. Παρέμεινεν εις Μουσουνίτζαν και εκεί συνεκρότησε την οικογένειάν του. Αι 2 υιοθεσίαι, αι δύο μετοικεσίαι και η πολυωνυμία του πατρός του Διάκου προκαλούν κατάπληξιν. Δημώδης παράδοσις, ήτις γνωρίζει την Αρτοτίναν ως γενέτειραν του Διάκου, ανεπτύχθη ενωρίς αφ’ ενός μεν ένεκα της Αρτοτινής καταγωγής της Χρυσούλας και του ανδρός του τέκνου αυτής Κώστα Κούστα, αφ’ ετέρου δε ένεκα του εγκλεισμού του νεαρού Αθανασίου εις την παρά την Αρτοτίναν Μονήν του Ιωάννου του Προδρόμου. Ο Διάκος, υιός του Νίκου Μασσαβέτα, εγεννήθη εις την κωμόπολιν της Παρνασσίδος την Μουσουνίτζαν, καθώς πληροφορούσιν και ο Περραιβός και ο Φιλήμων και άλλοι ιστορικοί και ιστοριοδίφαι». Στην ίδια άποψη για το επώνυμο, συγκλίνουν και οι μαρτυρίες του στρατηγού Μακρυγιάννη, που γνώριζε τον Διάκο και του Ιωάννη Μαμούρη(Γιάννης Γκούρας), οι οποίοι αναφέρουν ότι το επώνυμο του Διάκου ήταν Μασαβέτας. ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ Ο νεαρός Αθανάσιος εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση-ο παππούς και ο θείος του είχαν διατελέσει κλέφτες-. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο έγινε γνωστός κι έμεινε στην ιστορία. Πήγε(1814) στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, της οποίας προΐστατο ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λειβαδιάς, ο Διάκος τον ακολούθησε. Μετά τη αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης(Οκτώβριος 1820). Εγγονός ενός ντόπιου κλέφτη, με έφεση στη θρησκεία. Στάλθηκε(12 ετών) από τη μητέρα του στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην Αρτοτίνα Φωκίδας, για την εκπαίδευσή του, επειδή ο πατέρας του, Νικόλαος, δεν άντεχε τα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του. Έγινε μοναχός στα 17 και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του, έγινε πολύ γρήγορα διάκος. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Α. Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι με τα στρατεύματά του και εντυπωσιάστηκε απ' την εμφάνιση του νεαρού μοναχού. Ο Διάκος προσβλήθηκε απ' τα λεγόμενα του Τούρκου(και την μετέπειτα πρόταση) και μετά από καβγά τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης. Κατά μια άλλη εκδοχή, σε ένα γάμο στην Αρτοτίνα, όπου γλεντούσαν και πυροβολούσαν όπως συνηθιζόταν, είχε πάρει μέρος και ο Διάκος. Μια αδέσποτη σφαίρα βρήκε και σκότωσε τον γιό της Κοντογιάννενας, από μεγάλο σόι της Κοσταρίτσας(γειτονικό χωριό της Αρτοτίνας). Ο φόνος καταλογίστηκε από όλους, χριστιανούς και Τούρκους, στον Διάκο και ας μην ήταν βέβαιο πως εκείνος, άθελά του, ήταν ο φονιάς. Αναγκάστηκε να κρυφτεί στα περίχωρα γιατί τον αναζητούσαν τα τουρκικά αποσπάσματα. Τον Δεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι της Παναγίας, ο Διάκος κατέβηκε στο χωριό. Οι Τούρκοι, που παραμόνευαν, τον συνέλαβαν μαζί με κάποιον Καφέτζο που κυνηγούσαν και τους οδήγησαν δεμένους στον Φεράτ-εφέντη, διοικητή του Λιδωρικίου, ο οποίος τους φυλάκισε. Ο Διάκος κατάφερε να αποδράσει μαζί με τον Καφέτζο και να φύγουν στα βουνά. Μαζί έφτασαν στο λημέρι του ξακουστού κλέφτη της Δωρίδας, Τσαμ Καλόγερου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου